ΠΥΡΓΕΤΟΥ
Ρολόι
Ημερολόγιο
Μάρτιος 2021
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031  

ΒΙΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ

ΒΙΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ

Η ΦΥΣΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ

Βίος Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (1749-1809)

1749-1770

Καταγωγή – Παιδικὰ χρόνια

Ὁ Ὅσιος Πατὴρ ἡμῶν Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, κατὰ κόσμον Νικόλαος Καλλιβούρτσης, γεννήθηκε στὴ Νάξο, τὸ μεγαλύτερο καὶ πλουσιώτερο νησὶ τῶν Κυκλάδων, τὸ ἔτος 1749.

Ἡ εὐσέβεια τῶν γονέων του, Ἀντωνίου καὶ Ἀναστασίας, στάθηκε τὸ ἰσχυρὸ θεμέλιο γιὰ τὴν οἰκοδομὴ τῆς ὁλόθερμης ἀγάπης του πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπο. Πρὶν ἀκόμη φθάσει στὴν κατάλληλη ἡλικία, ἄκουγε ἀπὸ τὰ παράθυρα τοῦ σχολείου τὸ μάθημα ποὺ γινόταν στὰ μεγαλύτερα παιδιά.

Δημιουργοῦσε δὲ πολλὴ ἔκπληξη τὸ γεγονὸς ὅτι στὴν ἐρώτηση τῶν μεγαλυτέρων· “τί δίδαξε ὁ δάσκαλος σήμερα;”, οἱ μὲν μαθητὲς δὲν θυμόνταν καλά, ὁ δὲ Νικόλαος τοὺς ἔλεγε μὲ κάθε λεπτομέρεια τὸ μάθημα. Αὐτὸ τὸ ἔκανε γιὰ πολλὲς ἡμέρες, ἕως ὅτου ὁ ἱερεὺς τῆς ἐνορίας του, ἀφοῦ ἀντελήφθηκε τὴν ἀσυνήθιστηξυδέρκεια τοῦ παιδιοῦ, τὸν παρέλαβε καὶ τοῦ δίδαξε τὰ πρῶτα γράμματα. Βλέποντας τὴν πρόωρη ὡριμότητα τοῦ μαθητοῦ του, τὸν ἔπαιρνε καθημερινὰ στὶς ἀκολουθίες.

Ἐντάχθηκε ἔτσι, ὁ Νικόλαος, ἀπὸ πολὺ νωρὶς στὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἑξαιτίας τῶν ἐξαιρετικῶν ἐπιδόσεών του εἰσήχθη στὴ Σχολὴ τῆς Νάξου, ὅπου εἶχε διδάσκαλο τὸν σοφὸ Ἀρχιμανδρίτη Χρύσανθο Ἐξωχωρίτη, ἀδελφὸ τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος καὶ ἐθναποστόλου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ.

Στὴν Εὐαγγελικὴ Σχολὴ τῆς Σμύρνης

Οἱ γονεῖς, ὁ διδάσκαλος καὶ ὁ τότε Ἐπίσκοπος τῆς Νάξου Ἄνθιμος, διακρίνοντας τὴν μοναδικὰ προικισμένη φύση τοῦ ἐφήβου Νικολάου, φρόντισαν, ἀπὸ τὴν πλευρά του ὁ καθένας, νὰ τὸν βοηθήσουν νὰ συνεχίσει τὶς σπουδές του.

Τὸν ἀπέστειλαν μὲ τὴν προστασία τοῦ Μητροπολίτου Παροναξίας στὴ Σμύρνη, γιὰ νὰ παρακολουθήσει μαθήματα στὴν περίφημη Εὐαγγελικὴ Σχολή της. Ἡ ἐν λόγῳ Σχολή, πνευματικὸ ἵδρυμα πανεπιστημιακοῦ ἐπιπέδου μὲ τὰ σημερινὰ δεδομένα, ἦταν ξακουστὴ γιὰ τὶς εὐρύτερες γνώσεις ποὺ παρεῖχε καὶ τοὺς φημισμένους διδασκάλους της. Σὲ ἕναν ἀπὸ αὐτούς, γνωστὸ τότε γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴ σοφία του, τὸν Ἱερόθεο Βουλισμᾶ, ἀνέθεσε ὁ Ἐπίσκοπος τὴ φροντίδα τοῦ Νικολάου. Οἱ σπουδαστὲς τῆς Σχολῆς ἐγκατεβίωναν στὸ χῶρο της καὶ αὐτὸ συνέβαλλε στὴν πληρέστερη ἐπιστημονική τους κατάρτιση, στὴν καλλιέργεια τοῦ ἤθους καὶ τῆς κοινωνικότητάς τους.

Οἱ σχέσεις του μὲ τοὺς συμφοιτητές του

Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, φοιτοῦσαν στὴ Σχολὴ μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο οἱ μετέπειτα Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Νεόφυτος ὁ Ζ΄ καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ε΄, ὅπως ἐπίσης καὶ ἄλλοι σπουδαστές, οἱ ὁποῖοι ἀργότερα ἔγιναν ὀνομαστοὶ Ἱεράρχες καὶ Λόγιοι τοῦ Γένους. Διδάσκαλοι καὶ μαθητὲς τῆς Σχολῆς τὸν θαύμαζαν γιὰ τὰ πνευματικὰ καὶ κυρίως γιὰ τὰ ἠθικά του χαρίσματα, σὲ σημεῖο ποὺ στὸ πρόσωπό του ὁ Διευθυντὴς τῆς Σχολῆς διέκρινε τὸν ἄξιο διάδοχό του. Κατ᾿ ἐπανάληψη τοῦ ἔγραφε· “ἐλθέ, υἱέ μου, κἂν τώρα εἰς τὸ γῆρας μου, νὰ σὲ ἀφήσω μετὰ θάνατον εἰς τὸ σχολεῖον διδάσκαλον, ὅτι δὲν ἔχω ἄλλον ὡσὰν σὲ εἰς τὴν προκοπήν”, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἦταν μόλις εἴκοσι ἑνὸς ἐτῶν. Ὁ Κύριος ὅμως, ὁ Ὁποῖος καθορίζει τὴν πορεία κάθε ἀνθρώπου, δὲν θέλησε νὰ μείνει «ὑπὸ τὸν μόδιον» μιᾶς Σχολῆς ἕνας τέτοιος λύχνος τῆς Ἐκκλησίας.

        Ἕνας συμμαθητής του σὲ μὶα ἐπιστολὴ ἀποκαλεῖ τὸν Νικόλαο “ἐξαίσιον θαῦμα τῆς ἐποχῆς”. “Ἐγνώριζεν ἀπ’ ἔξω ὅσα ἐδιάβαζεν, ὄχι μόνον τὰς φιλοσοφικάς, οἰκονομικάς, ἰατρικάς, ἀστρονομικὰς καὶ στρατιωτικὰς εἰσέτι πραγματείας, ἀλλὰ καὶ ὅλους τοὺς Ποιητάς, τοὺς Ἱστορικούς, παλαιοὺς καὶ νέους, Ἕλληνας καὶ Λατίνους, καθὼς ἐπίσης καὶ ὅλα τὰ συγγράμματα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Τῷ ἤρκει νὰ διαβάσῃ μόνον μίαν φορὰν οἱονδήποτε βιβλίον καὶ εἰς ὅλην του τὴν ζωὴν νὰ τὸ ἐνθυμῆται”.

Παιδαριογέρων

        Παρὰ τὸ νεαρὸ τῆς ἡλικίας του, ἐμφάνιζε τὰ γνωρίσματα σοβαροῦ ἀνδρὸς μὲ ἰσοῤῥοπημένη τὴ ζωὴ μεταξὺ συναισθημάτων καὶ σκέψεων καὶ ῥυθμισμένο τὸ πρόγραμμα τῶν καθημερινῶν ἀσχολιῶν. Μετὰ τὴν ἀνάγνωση τῶν μαθημάτων του καὶ τὴ θερμὴ προσευχή του, κοιμόταν νωρίς, γιὰ νὰ ξυπνήσει τὸ πρωὶ μὲ ἀνανεωμένες τὶς πνευματικὲς καὶ σωματικὲς δυνάμεις του.

Εἶναι ἀξιοπρόσεκτο ὅτι οἱ δύο συμμαθητές του, μὲ τοὺς ὁποίους διέμενε στὸ θάλαμο, μελετοῦσαν σχεδὸν ὅλη τὴ νύκτα· ὁ Νικόλαος ξυπνοῦσε καὶ τοὺς συμβούλευε νὰ κοιμηθοῦν, γιὰ νὰ ἀναπαυθεῖ ὁ νοῦς τους καὶ νὰ προσλαμβάνει μὲ εὐκολία τὶς γνώσεις. Στὶς ἐργασίες τῆς Σχολῆς τὸν βοηθοῦσαν οἱ συμμαθητές του, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἔχει χρόνο νὰ τοὺς βοηθάει στὰ μαθήματα. Αὐτὸ τὸ δεχόταν ὁ ταπεινὸς σπουδαστὴς ὄχι χωρὶς διαμαρτυρίες, γιατὶ δὲν θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ἄξιο νὰ ὑπηρετεῖται ἀπὸ ἄλλους, ἀλλὰ νὰ ὑπηρετεῖ.

Μετὰ ἀπὸ πενταετῆ φοίτηση στὴ Σχολή, συμπλήρωσε τὶς γνώσεις του στὴ λατινική, στὴν ἰταλικὴ καὶ στὴ γαλλικὴ γλῶσσα.

1770-1775

Ἐπιστροφὴ στὴ Νάξο 

Κατὰ τὸ ἔτος 1770, συνέβη κάτι, τὸ ὁποῖο ὁδήγησε τὸν Νικόλαο στὴ Νάξο. Ὁ ῥωσικὸς στόλος, ἀφοῦ κατέπλευσε στὰ Δωδεκάνησα, ἔκαψε τὸν τουρκικό. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, οἱ Τοῦρκοι ἐδίωξαν καὶ ἔσφαξαν πολλοὺς Χριστιανοὺς τῆς Σμύρνης. Ἔτσι, ὁ Νικόλαος ἀναγκάστηκε νὰ ἐπανέλθει, ἀπόφοιτος πλέον, στὴν πατρίδα του.

Ὁ προστάτης του, Ἐπίσκοπος Νάξου Ἄνθιμος, ἐκτιμῶντας τὴ μόρφωση καὶ τὸ ἦθος του, τὸν προσέλαβε γραμματέα καὶ ἀκόλουθό του. Ὁραματιζόταν νὰ τὸν δεῖ καὶ διάδοχό του, ἐφόσον ἡ πατρίδα του εἶχε τόση ἀνάγκη ἀπὸ ἕνα μορφωμένο καὶ χαρισματοῦχο κληρικό, γιὰ νὰ οἰκοδομεῖ τὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν καὶ νὰ πολεμᾶ τὴν προπαγάνδα τῶν Φράγκων κατὰ τῶν Ὀρθοδόξων κατοίκων τῆς νήσου. Οὔτε ὅμως αὐτὴ ἡ πρόταση ἱκανοποιοῦσε τὸν Νικόλαο, γιατὶ ἡ ψυχή του διψοῦσε γιὰ ἀνώτερη πνευματικὴ ζωή.

Γνωριμία μὲ τοὺς Κολλυβάδες

Τὴν ἐποχὴ αὐτή, στὸ Ἅγιον Ὄρος ἐπικρατοῦσε ἀνησυχία ἐξαιτίας τοῦ θέματος τῶν μνημοσύνων, περὶ τοῦ πότε δηλαδὴ πρέπει νὰ τελοῦνται τὰ μνημόσυνα. Τὸ θέμα αὐτὸ ἔλαβε μεγάλες διαστάσεις, σὲ σημεῖο νὰ διωχθοῦν καὶ νὰ διασκορπισθοῦν σὲ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου καὶ σὲ τόπους τῆς ἀνατολικῆς πλευρᾶς τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου, πολλοὶ ἐνάρετοι καὶ φιλήσυχοι μοναχοί, οἱ ὁποῖοι ὀνομάσθηκαν εἰρωνικὰ Κολλυβάδες. Αὐτοὶ ὑποστήριζαν βασικά, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τελοῦνται τὰ μνημόσυνα τὴν Κυριακὴ καὶ ὅτι πρέπει οἱ Χριστιανοὶ νὰ κοινωνοῦν συχνὰ τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων.

Προετοιμασία γιὰ τὴ μοναχικὴ ζωή

Τρεῖς ἀπὸ αὐτοὺς ἔφθασαν στὴ Νάξο, ὄργανα τῆς Προνοίας τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν Νικόλαο, ποὺ εἴκοσι δύο χρόνων ἀναζητοῦσε τὸν κατάλληλο Πνευματικὸ Πατέρα, ποὺ θὰ τὸν χειραγωγοῦσε στὴ μοναχικὴ ζωή. Αὐτοί ἦταν οἱ Ἱερομόναχοι Γρηγόριος, Νήφων καὶ Γέρων Ἀρσένιος, οἱ ὁποῖοι ἐπέδρασαν καθοριστικὰ στὴ μετέπειτα πορεία τοῦ Νικολάου. Ἀπὸ τοὺς Ἁγίους αὐτοὺς Πατέρες πληροφορήθηκε ὅτι στὴν Ὕδρα ἐγκατεβίωναν καὶ ἄλλοι Κολλυβάδες μοναχοί, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ Ἐπίσκοπος Κορίνθου Μακάριος Νοταρᾶς καὶ ὁ Γέρων Σίλβεστρος. Ὁ Νικόλαος, ὡς διψῶσα ἔλαφος, ἀνεχώρησε πρὸς συνάντησή τους.

Στοὺς δύο αὐτοὺς Ἁγίους Πατέρες ἐξομολογήθηκε τὸν πόθο του νὰ μεταβεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ νὰ περιβληθεῖ τὸ μοναχικὸ σχῆμα. Καὶ οἱ δύο τοῦ ἐνέπνευσαν τὸν πόθο τῆς μοχαχικῆς ζωῆς καὶ τὸν παρότρυναν νὰ θέσει τὶς ἐξαιρετικὲς πνευματικές του δυνάμεις καὶ τὴν ἄρτια παιδεία του στὴν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας.

Ὅταν ἐπέστρεψε στὴ Νάξο ἀνεκοίνωσε τὴν ἀπόφασή του στὴ γερόντισσα μητέρα του καὶ στὸν Ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος προσπάθησε νὰ τὸν κρατήσει κοντά του χωρὶς ὅμως ἀποτέλεσμα. Ἡ μητέρα του δέχθηκε τὴν ἀπόφαση τοῦ γιοῦ της καὶ ἀργότερα, μετὰ τὴν ἀναχώρησή του γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀποσύρθηκε καὶ αὐτὴ στὸ  μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου τῆς Νάξου,  ὅπου τελείωσε τὴ ζωή της ὡς μοναχὴ Ἀγάθη.

1775-1777

Ἀναχώρηση ἀπὸ τὸν “κόσμο”

Ἀπὸ τώρα ἀρχίζει νέα περίοδος στὴ ζωή του, αὐτὴ ποὺ θὰ τὸν ἀναδείξει μεγάλο Ἅγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ σπουδαῖο διδάσκαλο τοῦ Γένους. Παρ’ ὅλες τὶς ἐξαιρετικὲς ἐπιδόσεις του στὶς Σχολὲς ποὺ σπούδασε καὶ τὸ λαμπρὸ μέλλον ποὺ διαγραφόταν μπροστά του, ἡ καρδιά του ἔκλινε ἀποφασιστικὰ στὴν ἰσάγγελη βιοτὴ τῶν μοναχῶν. Γνώριζε ἀπὸ λαϊκὸς ἀκόμη τὰ μυστικὰ τῆς πνευματικῆς ζωῆς καὶ έξασκοῦσε μὲ ἰδιαίτερο ζῆλο καθετὶ ποὺ ἀφοροῦσε τοὺς μοναχούς. Ἀνυπομονοῦσε διαρκῶς γιὰ τὴν ἀναχώρησή του.

        Ἓνα λαμπρὸ ἀνοιξιάτικο πρωινὸ τοῦ 1775 κατέβηκε, ὡς συνήθως, στὴν ἀκρογιαλιὰ ζητῶντας νὰ βρεῖ κάποιο πλοιάριο μὲ προορισμὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Διέκρινε ἕνα καΐκι ποὺ ἐτοιμαζόταν νὰ ἀναχωρήσει.

– Διὰ ποῦ, ἄν θέλῃ ὁ Θεός; ῥωτᾶ ὁ Νικόλαος.

– Διὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀπαντᾶ ὁ πλοίαρχος.

Ἀκούγοντας τὴν ἀπάντηση ὁ Νικόλαος, δόξασε ἐκ βάθους καρδίας τὸν Θεό, καὶ λέγει στὸν πλοίαρχο:

– Παρακαλῶ σας, λάβετε καὶ ἐμέ.

– Ἄς εἶναι, σὲ λαμβάνομεν, ἀπαντᾶ ὁ πλοίαρχος.

Πῆγε λοιπὸν νὰ ἐτοιμαστεῖ καὶ γυρίζοντας πρὸς τὸ καΐκι, ἐπειδὴ ἴσως τὸν λησμόνησαν, τὸ βρῆκε νὰ φεύγει ἀπὸ τὴν προκυμαία. Τρέχει, ἀρχίζει τὶς φωνὲς καὶ τὰ κλάμματα καὶ πέφτει στὴ θάλασσα γιὰ νὰ τοὺς φθάσει κολυμπῶντας! Οἱ ναῦτες, φοβούμενοι μὴν πάθει κάτι, γύρισαν καὶ τὸν παρέλαβαν. Ἔτσι, ὑστερα ἀπὸ αὐτὴν τὴ μικρὴ περιπέτεια, ξεκίνησε ὁ ἐξαίρετος νέος  γιὰ τὴ μοναχικὴ ζωή.

Στὸ Ἅγιον Ὄρος – Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Διονυσίου

        Τὸ πλοῖο, ποὺ τὸν μετέφερε ἀπὸ τὴ Νάξο στὸν ἁγιώνυμο τόπο, τὸν ἀπεβίβασε ὕστερα ἀπὸ ταξίδι ἀρκετῶν ἡμερῶν στὴν Ἱερὰ Μονὴ Διονυσίου, στὴν ὁποία καὶ ἐγκατεβίωσε κατόπιν συστάσεως τοῦ Γέροντος Σιλβέστρου. Ἀμέσως ξεκίνησε μὲ πολὺ ζῆλο καὶ ἐνθουσιασμὸ τὴν κοινοβιακὴ ζωὴ καὶ ἐξαιτίας τῆς ἄκρας ὑπακοῆς του ἔγινε ἀγαπητὸς σὲ ὅλη τὴν ἀδελφότητα. Χειροθετήθηκε μοναχός καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Νικόδημος.

Ὁ Ἡγούμενος καὶ οἱ Πατέρες τοῦ ἀνέθεσαν τὸ διακόνημα τοῦ Γραμματέως τῆς Μονῆς, καθὼς καὶ τοῦ ἀναγνώστου στὶς Ἱερὲς Ἀκολουθίες. Παρέμεινε στὸ Μοναστήρι αὐτὸ δύο ἔτη. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ δὲν ἀρκέστηκε μόνο στὰ μοναχικά του καθήκοντα. Φρόντισε νὰ μὴν ἀφήσει ἀκαλλιέργητο τὸ χάρισμα ποὺ τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἀναλώθηκε σὲ μελέτες πολλῶν χειρογράφων τῆς πλουσίας βιβλιοθήκης τῆς Μονῆς.

1777-1779

Ἅγιος Μακάριος Ἐπίσκοπος Κορίνθου

Τὸ 1777, δηλαδὴ δύο ἀκριβῶς χρόνια μετὰ τὴν ἄφιξη τοῦ Ἁγίου στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἔφθασε ἐκεῖ ὁ Ἅγιος Μακάριος, Ἐπίσκοπος Κορίνθου, γιὰ νὰ γνωρίσει τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας μας, νὰ προσκυνήσει τοὺς πλουσίους πνευματικοὺς καὶ χαριτοβρύτους θησαυρούς του καὶ πρὸ παντὸς νὰ συναντήσει τὸν ἀγαπητὸ φίλο του, μοναχὸ πλέον, Νικόδημο.

Ἐπισκέφθηκε τὶς Καρυές, ὅπου γνώρισε πολλοὺς Κολλυβάδες Πατέρες καὶ διέμεινε στὸ κελλὶ “Ἅγιος Ἀντώνιος”, στὸ ὁποῖο μόναζε ὁ συμπατριώτης του Γέροντας Δαβίδ. Ἀπὸ τὸ κελλὶ αὐτὸ εἰδοποίησε τὸν Ἅγιο Νικόδημο, νὰ μεταβεῖ πρὸς συνάντησή του. Ἔλαβε ἄδεια ὁ Ἅγιος ἀπὸ τὴ Μονὴ καὶ ἀνεχώρησε γιὰ τὶς Καρυές. Ἐκεῖ διέμεινε γιὰ μακρὺ χρονικὸ διάστημα, συνομιλῶντας μὲ τὸν Ἅγιο Μακάριο, παρὰ τὴ μεγάλη διαφορὰ τῆς ἡλικίας τους – ὁ Ἅγιος Μακάριος ἦταν 47 ἐτῶν, ὁ Ἱερὸς Νικόδημος μόλις 28 – γιὰ τὰ προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας καὶ γιὰ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς ἐκδόσεως ψυχωφελῶν βιβλίων, πρὸς οἰκοδομὴ καὶ πνευματικὴ ἀναγέννηση τοῦ Ἔθνους.

Πρῶτοι συγγραφικοὶ ἀγῶνες

Μετὰ ἀπὸ ἐλάχιστες ἡμέρες ὁ Ἅγιος Μακάριος παρέδωσε στὸν πνευματικό του υἱὸ καὶ ἀδελφὸ τὸ χειρόγραφο τῆς “Ἱερᾶς Φιλοκαλίας”, γιὰ νὰ τὸ διορθώσει ἀπὸ τὰ σφάλματα, νὰ συντάξει πρόλογο καὶ νὰ τὸ συμπληρώσει μὲ τοὺς συνοπτικοὺς βίους τῶν Νηπτικῶν Πατέρων, τοὺς λόγους τῶν ὁποίων περιεῖχε. Ὁμοίως τοῦ ἀνέθεσε καὶ τὴν διόρθωση τοῦ “Εὐεργετινοῦ” καὶ τοῦ “Περὶ τῆς συνεχοῦς Θείας Μεταλήψεως” χειρογράφου του, τὸ ὁποῖο καὶ ἐπηύξησε. “Καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ἤρχισεν ὁ εὐλογημένος – μὰ τί ἤρχισεν; ἀπορῶ· δὲν ἠξεύρω τί νὰ εἰπῶ·  νὰ εἰπῶ πνευματικοὺς ἀγῶνας ἢ ὑπερβολικοὺς κόπους τῆς σαρκός του; δὲν φθάνει ὁ νοῦς μου νὰ στοχασθῇ” ἀφηγεῖται χαρακτηριστικὰ ὁ βιογράφος του, Ἱερομόναχος Εὐθύμιος, ὁ ὁποῖος τὸν ἐπισκεπτόταν στὸ κελλί, ὅπου ἐργαζόταν πολὺ συχνά.

Στὸ κελλὶ τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου καὶ ἐνῷ δεχόταν τὶς ἐπισκέψεις ἀδελφῶν του μοναχῶν, ποὺ ἐπιθυμοῦσαν νὰ ἀπολαύσουν τὴν πνευματικὴ συναναστροφή του παρέμεινε δύο σχεδὸν χρόνια, καθὼς φρόντιζε γιὰ τὴν προετοιμασία ἐκδόσεως τῶν τριῶν αὐτῶν ἔργων, ποὺ τὰ παρέλαβε χειρόγραφα καὶ θὰ τὰ παρέδιδε ἕτοιμα γιὰ νὰ τυπωθοῦν. Διόρθωσε τὰ λάθη, ποὺ εἶχαν τυχὸν ἐμφιλοχωρήσει, τὰ συμπλήρωσε μὲ ὡραιότατα προοίμια, καὶ ἔτσι τὰ κατέστησε χρήσιμα γιὰ τὸν καταρτισμὸ καὶ τὴν ἠθικὴ στήριξη τῶν ὀρθοδόξων ἀδελφῶν του.

1779-1781

Νέες συγγραφές

Μετὰ τὴν ἐτοιμασία τῶν τριῶν βιβλίων, ὁ Ἱερὸς Ἐπίσκοπος Κορίνθου τὰ παρέλαβε καὶ προσπάθησε νὰ ἐπιτύχει τὴν ἔκδοσή τους στὴ Σμύρνη. Ὁ Ὅσιος Νικόδημος πῆγε στὴν Καψάλα, περιοχὴ στὸν Ἄθωνα, στὸ κελλὶ τοῦ μετέπειτα παραδελφοῦ  καὶ βιογράφου του Ἱερομονάχου Εὐθυμίου, ὅπου ἐπιμελήθηκε τὸ βιβλίο “Ἀλφαβηταλφάβητος” ἢ “Παράδεισος” τοῦ Ἁγίου Μελετίου τοῦ Ὁμολογητοῦ, τοῦ Γαλησιώτου. Ἀμέσως μετὰ τὴν περάτωση καὶ αὐτοῦ τοῦ ἔργου, ἐπανῆλθε στὴν Μονὴ τῆς Μετανοίας του, τὴ Μονὴ Διονυσίου καὶ ἀνέλαβε ἐκ νέου τὰ καθήκοντά του. Κυρίως τὸν ἀπασχολοῦσε ἡ προσευχὴ καὶ ἡ μελέτη καὶ προσπαθοῦσε μέσῳ αὐτῶν νὰ προσεγγίζει ὅλο καὶ περισσότερο τὸν Θεό.

        Τὴν περίοδο ἐκείνη ἀκουγόταν πολὺ τὸ ὄνομα τοῦ Μεγάλου Κοινοβιάρχου, Ἁγίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ τοῦ ῥώσου, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀναγεννήθηκε πνευματικὰ ἡ Ὀρθοδοξία τοῦ Βοῤῥᾶ. Θέλησε λοιπὸν νὰ πάει νὰ γνωρίσει ἀπὸ κοντὰ τὸν ῥῶσο Ἅγιο, γιὰ νὰ ὠφεληθεῖ καὶ πρὸς τοῦτο ζήτησε ἄδεια ἀπὸ τὴ Μονή. Ξεκίνησε μὲ τὸ καράβι γιὰ τὴ Ῥουμανία, ὅπου διέμενε τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὁ Ἅγιος Παΐσιος, ἀλλὰ γιὰ λόγους ποὺ μόνον ὀ Θεὸς γνωρίζει, τοὺς βρῆκε μεγάλη φουρτοῦνα ἔξω ἀπὸ τὸν Ἄθωνα, ὥστε κινδύνευσαν, ἕως νὰ φθάσουν στὸ λιμάνι τῆς Παναγίας στὴ Θάσο.

Στὴν ἔρημο τῆς Καψάλας

Λυπημένος ὁ Ἅγιος ἀπὸ τὴν ματαίωση τοῦ σκοποῦ του καὶ συνάμα ἤρεμος, διότι διέβλεπε τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, ἐπέστρεψε ἀπὸ τὴ Θάσο στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας. Ἡ φλόγα τῆς καρδιᾶς του δυνάμωνε ὅλο καὶ περισσότερο, ποθουμένη τὴν ἐν πνεύματι ἕνωση μὲ τὸν Νυμφίο της Χριστό. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, δὲν γύρισε στὴ Μονὴ Διονυσίου, ἀλλὰ ἔφυγε γιὰ τὴν ἔρημο τῆς Καψάλας, ὅπου συγκατοίκησε ἀρχικὰ μὲ τρεῖς Γέροντες ἀσκητές, καὶ λίγο ἀργότερα ἐντελῶς μόνος “μόνῳ τῷ Θεῷ προσευχόμενος καὶ ἐντυγχάνων”, ἐξασκῶντας τὴν καλλιγραφία πρὸς πορισμὸ τῶν ὑποτυπωδῶν ἀναγκῶν του.

Ἔτσι θέλησε ὁ Θεός· νὰ παραμείνει στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο καὶ νὰ συντρέχει μὲ τὰ βιβλία καὶ τὶς συνομιλίες του τὸν ὀρθόδοξο ἑλληνικὸ κόσμο, ποὺ μαστιζόταν ἀπὸ τὴν ἀπαιδευσία, τὴν ἄγνοια καὶ τὴ δεισιδαιμονία. Βέβαια, καὶ στὴν περιοχὴ τῆς Μολδαβίας ὑπήρχαν μεγάλες πνευματικὲς ἀνάγκες, τὴν ὥρα ὅμως αὐτὴ φαίνεται πὼς θὰ ἧταν περισσότερο χρήσιμη ἡ παρουσία του στὸ χῶρο τῆς πατρίδος του, ἐκεῖ ποὺ γεννήθηκε, ἀνδρώθηκε καὶ μορφώθηκε κατὰ Χριστόν.

1781-1783

Ὑποτακτικός – Στὴν Σκυροπούλα

Ζῶντας ὁ εἱκοσιεννιάχρονος Ἅγιος Νικόδημος στὴν ἐρημικὴ καλύβη του, βρῆκε τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ πόθου του. Μετὰ ἀπὸ κάποιο χρονικὸ διάστημα, ἐπέστρεψε ἀπὸ τὴ Νάξο ὁ Γέροντας Ἀρσένιος, μὲ τὸν ὁποῖο εἶχε γνωριστεῖ ἐκεῖ. Ὑποτασσόμενος στὸν Γέροντα Ἀρσένιο ὁ Θεῖος Νικόδημος, ὁδηγήθηκε πιὸ κοντὰ στὶς ἀρχὲς τῶν Κολλυβάδων, ὄχι μόνον σὲ αὐτές, γιὰ τὶς ὁποῖες διαφοροποιοῦνταν ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ ὑπήρχε ἡ ἀντιπαλότητα, ἀλλὰ καὶ σὲ ἐκεῖνες, τὶς ὁποῖες πρέσβευαν ὡς πρὸς τὴ μοναχικὴ πολιτεία, δηλαδὴ τὴ νοερὰ προσευχή, τὴν ἄκρα ταπείνωση, τὴν ἐξουθένωση τῆς σαρκὸς καὶ τὸ νὰ ζοῦν γιὰ τὸν Χριστὸ μόνον καὶ νὰ πράττουν τὸ θέλημά Του.

Ὁ διακαὴς πόθος του νὰ μὴν περισπᾶται ἀπὸ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ μελέτη ἐξαιτίας τοῦ πλήθους τῶν μοναχῶν καὶ λαϊκῶν ποὺ συνέῤῥεαν στὸ κελλί του, πραγματοποιήθηκε κατὰ Θεία παραχώρηση, ἀλλὰ καὶ ἐξαιτίας τῆς ἀποφασιστικότητος ποὺ τὸν διέκρινε. Στὴν ἀρχή, μαζὶ μὲ τὸν Γέροντα Ἀρσένιο ταξίδεψαν καὶ διέμειναν στὴν ἐρημόνησο Σκυροπούλα, ἀπέναντι ἀπὸ τὴ Σκύρο, γιὰ νὰ ἀσκηθοῦν αὐστηρότερα καὶ νὰ δοθοῦν ἀπερίσπαστοι στὸν Θεό. Ὁ Γέροντας ὅμως πολὺ σύντομα ἐπέστρεψε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐνῷ ὁ Ἅγιος Νικόδημος παρέμεινε μόνος στὴν ἐρημικὴ καὶ ἐντελῶς ἀκατοίκητη νησίδα, ἀφιερωμένος στὴν περισυλλογὴ καὶ τὴν προσευχή.

Ἑκούσια φτωχικὴ ζωή

Τὴν περίοδο ἐκείνη ἔγραψε σὲ μία ἐπιστολή του πρὸς τὸν ξάδελφό του, Ἐπίσκοπο Εὐρίπου Ἱερόθεο: “Ἐμοὶ δὲ ἀρτίως τὰς ἐν Ἄθῳ καταλιπόντα διατριβὰς καὶ συνάμα τῷ Ἄθω ἃς ὁ Ἄθως ἀηδόνας τρέφει πολλὰς καὶ καλὰς καὶ τὸ ἔρημον τοῦτο καὶ δεινῶς αὐχμηρόν τε καὶ ἄνυδρον ἤδη παροικοῦντι νησίδριον, ἐν ᾧ οὐχ ὅπως ἀηδὼν ὧπται ποτέ, ἀλλ᾿ οὐδὲ χελιδὼν δύναται νεοττεύειν πηλοῦ οὐχ ὑπάρχοντος, οὐθ᾿ ὅσος ἀποχρῇ εἰς κατασκευὴν καλλιᾶς· καὶ ἄλλου μὲν οὐδενὸς τῶν ὠδικῶν, γρηῶν δὲ μόνον, τῶν οὕτως ἐπιχωρίως καλουμένων ἐνηχουμένῳ” .

(ἀφοῦ ἐγκατέλειψα πρόσφατα τὴ διαμονή μου στὸν Ἄθωνα καὶ μαζὶ μὲ τὸν Ἄθωνα καὶ τὰ πολλὰ καὶ ὄμορφα ἀηδόνια ποὺ τρέφει ὁ Ἄθως καὶ κατοικῶντας πλέον σὲ αὐτὸ τὸ ἔρημο καὶ πολὺ ξηρὸ καὶ ἄνυδρο νησάκι, στὸ ὁποῖο δὲν ὑπάρχει περίπτωση νὰ εἶδε ποτὲ κανεὶς ἀηδόνι, ἀλλὰ οὔτε καὶ χελιδόνι μπορεῖ νὰ κατασκευάσει ἐδῶ τὴ φωλιὰ γιὰ τὰ αὐγά του, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει λάσπη, οὔτε ὅσα χρειάζονται γιὰ νὰ κτίσει ἕνα χελιδόνι τὴ φωλιά του· καὶ δὲν ἀκούω τὸ τραγούδι κανενὸς ἄλλου ὠδικοῦ πτηνοῦ, παρὰ μόνο τὶς κραυγὲς ἀπὸ ἀγριοπερίστερα).

Ἐργαζόμενος ταῖς ἰδίαις χερσίν

Καταθέτει ὁ ἴδιος τὴν κατάσταση ποὺ ἀντιμετώπιζε στὴ Σκυροπούλα. Προσπαθοῦσε μόνος νὰ ὑπηρετῆσει τὶς ἐλάχιστες ἀνάγκες του μὲ τὰ τίμια χέρια του. Ἔσκαβε, ἔσπερνε, φρόντιζε, συγκόμιζε, ἄλεθε μόνος γιὰ νὰ μπορέσει νὰ φάγει τὸ ἐλάχιστο σιτάρι ἀναμεμιγμένο μὲ νερό. “Τὸν ἐργατικὸν δὲ καὶ χειρωνακτικὸν βίον εἱλόμην, δικελλίτης γεγονὼς καὶ σκαπανεύς, σπείρων, θερίζων καὶ καθ᾿ ἑκάστην ἀλήθων καὶ τἄλλα πάντα ποιῶν οἷς ἡ πολυμάθεια χαρακτηρίζεται τῶν ἐρημονήσων ζωὴ καὶ πολυειδὴς περιπέτεια” (Διάλεξα νὰ ζῶ ἀπὸ τὴν ἐργασία τῶν χεριῶν μου καὶ ἔμαθα νὰ σκάβω καὶ μὲ δικέλλα καὶ μὲ σκαπάνη, νὰ σπέρνω, νὰ θερίζω καὶ κάθε ἡμέρα νὰ ἀλέθω καὶ νὰ κάνω ὅλα τὰ ἄλλα, ἀπὸ τῶν ὁποίων τὶς πολλὲς γνώσεις χαρακτηρίζεται ἡ περιπετειώδης ζωὴ στὰ ἐρημόνησα).

Τοῖς ἐρημικοῖς ἄπαυστος ὁ θείος πόθος

Ὁ πόθος τῆς ἡσυχίας σὲ αυτὸν ὅμως ἦταν τόσο ἰσχυρός, ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ ὁπωσδήποτε ἀναγκαία ἀπασχόληση τὸν δυσαρεστοῦσε, ἀφοῦ τὸν ἀποσποῦσε ἀπὸ τὴν ἡσυχαστική του διάθεση. Τὸν ἐμπόδιζε σ’ αὐτὸ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν διέθετε κανένα σκέπασμα, γιὰ νὰ προφυλάξει ἀπὸ τὸ ψύχος τὴν πολύπαθη σάρκα του, γι’ αὐτὸ ἔγραψε στὸν Ἐπίσκοπο ἐξάδελφό του· “…ἄνθρωπος γάρ εἰμι κἀγὼ καὶ ἄνθρωπος ἀσθενὴς καὶ σαρκικός, διπλοῦς ἐκ δύο οὐσιῶν ἐναντίων, ψυχῆς τε καὶ σώματος καὶ χρήζω ὥσπερ λόγου θείου χάριτος εἰς τροφὴν καὶ σκέπην ψυχῆς, οὕτω βρώσεως καὶ σκεπάσματος εἰς τροφὴν καὶ σκέπην τοῦ σώματος”.

Συμβουλευτικὸ ἐγχειρίδιο

Ὁ Ἐπίσκοπος τοῦ ζήτησε νὰ συγγράψει ἕνα συμβουλευτικὸ βιβλίο γιὰ τοὺς Ἀρχιερεῖς, μὲ σκοπὸ νὰ τοὺς βοηθήσει στὴν ἐνάσκηση τῶν καθηκόντων τους. Ἀρχικὰ ἀρνήθηκε ὁ Ἅγιος κατηγορηματικὰ καὶ ἡ ἀπαντητικὴ ἐπιστολή του ἀποδεικνύει πόση ταπείνωση διέθετε, πόσο καλὰ γνώριζε τὴν κλασικὴ Φιλολογία καὶ σκέψη καὶ μὲ πόσες στερήσεις ζοῦσε. Ἔπειτα ὅμως, κάνοντας ὑπακοή, καὶ ἐπειδὴ τοῦ ἀπέστειλε ὁ Πατήρ Ἱερόθεος τὴν ἀπαραίτητη γραφικὴ ὕλη, συνέγραψε ἕνα ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα ἔργα του, τὸ “Περὶ φυλακῆς τῶν πέντε αἰσθήσεων” ἢ “Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον”.

Τὸ ἔργο αὐτὸ τὸ ἔγραψε ὅλο ἀπὸ μνήμης, χωρὶς νὰ διαθέτει κανένα βοήθημα ἢ βιβλίο. Ἔργο ἀποκλειστικὰ τῆς καταπληκτικῆς μνήμης του καὶ τῆς καθαρᾶς καρδίας του, ἀπὸ τὴν ὁποία ὁ Ἱερὸς Πατὴρ ἀντλοῦσε πλῆθος Πατερικῶν λογίων καὶ τὰ κατέθετε στὸ μνημειῶδες αὐτὸ ἔργο του. Ὁ ἴδιος τὸ χαρακτήρισε “ῥυπῶδες ὑπομνηστικόν” καὶ ὄχι συμβουλευτικό, ἐξαιτίας τῆς βαθιᾶς του ταπεινώσεως.

Ἐξαιρετικὴ ἐντύπωση προκαλεῖ ἡ ἀπὸ μνήμης συγγραφὴ τοῦ πνευματικωτάτου αὐτοῦ βιβλίου, σὲ σημεῖο νὰ ἀναφέρει ὁ βιογράφος του π. Εὐθύμιος «…ὅταν βιβλίον ἀνεγίνωσκε κάθε ἐπιστήμης ἢ λόγον ἤκουεν ἄξιον μαθήσεως, τὸν ἐσφράγιζεν εἰς τὸ κρανίον του, τὸ ὁποῖον ἀληθινά ἦτον ὡσάν ἕν θησαυροφυλάκιον, καὶ εἰς καιρὸν τὸν ἁρμόζοντα τὸν ἐβλέπομεν ὅπου τὰ ἐξεκένωνε… καὶ ἔτρεχον ἀπὸ τὴν γλῶσσαν του καθὼς βλέπεις ἕνα μελισσοκόφινον γεμάτον… ὅταν ὡμίλει ἔφερε τὰς μαρτυρίας μὲ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε δὲν ἐπρόφθανε ἡ γλῶσσα ὅσα ὁ νοῦς ἐκατέβαζεν, τὰ ῥητὰ τῆς Θείας Γραφῆς, τῶν Ἁγίων τὰς ἐξηγήσεις καὶ νοήματα… μὲ τὰς ἐκδόσεις καὶ μὲ τὰς σελίδας, τὰ δὲ χειρόγραφα τὸ καθένα ποῦ ἀπήντησε».

Μικρὸ δεῖγμα τῆς ἀπέραντης μνήμης του

Ἐκφραστικὸ τῆς ἀπέραντης καὶ καταπληκτικῆς μνήμης του εἶναι τὸ ἀκόλουθο περιστατικό, τὸ ὁποῖο διέσωσε ἡ μνήμη τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων.

Κάποια χρονιὰ τὸ Μέγα Σάββατο, πῆγε ὁ διδάσκαλος (ἔτσι τὸν ἀποκαλοῦσαν οἱ Ἁγιορεῖτες χάριν σεβασμοῦ) στὸν περιώνυμο Ναὸ τοῦ Πρωτάτου, γιὰ νὰ λειτουργηθεῖ καὶ νὰ μεταλάβει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Οἱ διακονητὲς τοῦ Ναοῦ, Τυπικάρης καὶ Ἀναγνώστης, συνεννοήθηκαν νὰ κρύψουν τὰ λειτουργικὰ βιβλία, προσποιούμενοι ὅτι δὲν τὰ βρίσκουν, γιὰ νὰ ἀναγκάσουν τὸν Ὅσιο νὰ πεῖ ἀπὸ στήθους τῖς Προφητεῖες, οἱ ὁποῖες ὡς γνωστόν, εἶναι ἐκτενεῖς τὴν ἡμέρα αὐτή.

Πράγματι, ὅταν ἐφθασε ἡ ὥρα τῶν ἀναγνωσμάτων, παρατηρήθηκε σύγχυση στοὺς χορούς. “Τὰ βιβλία τί ἔγιναν; Διδάσκαλε, σᾶς παρακαλοῦμεν ἀρχίσατε τὰς Προφητείας, διὰ νὰ μὴ γίνεται χασμῳδία εἰς τὴν Ἐκκλησίαν”.

Ὁ διδάσκαλος, χωρὶς νὰ ὑποπτευθεῖ κάτι, ἄρχισε κάτω ἀπὸ τὸν πολυέλαιο νὰ ἀπαγγέλλει τὶς Προφητεῖες μὲ τὴ σειρά. Ὄλοι οἱ Πατέρες ἐξεπλάγησαν, ἰδίως οἱ διακονητές, οἱ ὁποίοι βρίσκονταν στὸ Ἱερὸ καὶ παρακολουθοῦσαν ἀπὸ τὰ βιβλία τὴν ἀκρίβεια τῶν ὅσων ἔλεγε. Μάλιστα, ὅταν τελείωνε τὸ φύλλο, ὁ Ἅγιος ἔκανε ἀσυναίσθητα κίνηση τοῦ χεριοῦ του, σὰν νὰ γύριζε τὸ φύλλο τοῦ βιβλίου. Ἡ ἀπαγγελία διήρκεσε μία ὥρα καὶ ὁ Ὅσιος δὲν ἀντελήφθηκε τὸ παραμικρό! Τόσο ἁπλὸς καὶ ἀπονήρευτος ἦταν ὁ εὐλογημένος Ἅγιος.

1783-1786

Ἐπιστροφὴ στὸ Ἅγιον Ὄρος – Μεγαλόσχημος Μοναχός

Στὴ Σκυροπούλα παρέμεινε ἕνα σχεδὸν ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖο συνέγραψε τὸ “Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον”.

Ἐπέστρεψε στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας καὶ πῆγε στὸ κελλὶ τοῦ παραδελφοῦ του Πατρὸς Εὐθυμίου, ὅπου καὶ παρέμεινε γιὰ μικρὸ χρονικὸ διάστημα, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὁποίου ἔλαβε τὸ μεγάλο ἀγγελικὸ σχῆμα ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Κολλυβᾶ Γέροντος Δαμασκηνοῦ. Ἔπειτα πῆρε εὐλογία ἀπὸ τὸν Γέροντα καὶ μετοίκησε σὲ ἄλλη καλύβη τῆς Σκήτης παραμένοντας μόνος του. Πολὺ σύντομα ὅμως πλῆθος μοναχῶν ἦλθαν καὶ ἐγκαταστάθηκαν γύρω ἀπὸ τὸ κελλί του γιὰ νὰ τὸν βλέπουν καὶ νὰ φωτίζονται ἀπὸ τὶς πνευματικές του νουθεσίες.

Ἅπαντα Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου

Λίγους μῆνες ἀργότερα τὸν ἐπισκέφθηκε πάλι ὁ διδάσκαλος καὶ φίλος του Ἐπίσκοπος Μακάριος, γιὰ νὰ τὸν παρακαλέσει νὰ μεταφράσει τὰ Ἅπαντα τοῦ Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, ἔργο ποὺ ἀνέλαβε μὲ μεγάλη προθυμία. Συγκέντρωσε ὁ Ἅγιος τοὺς χειρογράφους κώδικες ποὺ περιεῖχαν τὰ ἔργα τοῦ Ἁγίου Συμεών, τὰ μετέφρασε καὶ τὰ ἐμπλούτισε μὲ ἐξαιρετικὸ πρόλογο καὶ βαθυτάτους θεολογικοὺς στίχους σὲ ἡρωϊκὸ καὶ ἰαμβικὸ μέτρο.

Ἐξομολογητάριον

Ἐπειδὴ πολλοὶ ἀπὸ ὅσους τὸν ἐπισκέπτονταν προσήρχοντο μὲ ποικίλα προβλήματα καὶ πνευματικὲς ἀνάγκες ἀπεφάσισε νὰ συγγράψει, τὸ ἄγνωστο μέχρι τότε καὶ μοναδικὸ στὸ εἶδος του μέχρι σήμερα, “Ἐξομολογητάριον”. Στὸ ἔργο αὐτὸ ὁ Ἱερός Πατήρ ἀναδεικνύεται μεγάλος ψυχολόγος, δεινὸς ἑρμηνευτὴς τῶν Ἐπιτιμίων τῶν Ἱερῶν Κανόνων, πρακτικότατος κήρυκας τῆς μετανοίας, πνευματικὸς ἰατρὸς μοναχῶν, λαϊκῶν καὶ κληρικῶν καὶ πραγματικὸς ἀδελφὸς τόσο τῶν Πνευματικῶν, ὅσο καὶ τῶν ἐξομολογουμένων. Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ συμπόνια τοῦ Ἁγίου πρὸς κάθε πληγωμένο ἀδελφό, καθὼς καὶ ἡ χάρη ποὺ ξεχυνόταν ἀπὸ τὰ χείλη του, εἵλκυαν κοντά του πλήθη ἀνθρώπων ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ ἐξωτερικό.

Θεοτοκάριον

    Ἀμέσως μετὰ ἀνέλαβε νὰ συνθέσει τὸ “Θεοτοκάριον”, βιβλίο ποὺ εἶναι ἀφιερωμένο ἐξ ὁλοκλήρου στὴν Παναγία μας. Περιέχει κανόνες, τοὺς ὁποίους συνέθεσαν εἰκοσιδύο Ἅγιοι Ὑμνογράφοι Πατέρες σὲ ὅλους τοὺς ἤχους πρὸς τιμήν Της καὶ χρησιμοποιεῖται πολὺ στὶς λατρευτικὲς ἐκδηλώσεις τῆς Ἐκκλησίας μας. Χαρακτηριστικὸ τῆς βαθιᾶς ταπεινώσεως τοῦ Ἁγίου εἶναι καὶ τὸ ὅτι, ἐνῷ ὁ ἴδιος συνέγραψε πολλοὺς κανόνες πρὸς τιμὴν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἀπὸ σεβασμὸ πρὸς τοὺς Ὑμνογράφους Πατέρες, δὲν συμπεριέλαβε κάποιον δικό του στὸ “Θεοτοκάριόν” του.

Ἀόρατος πόλεμος-Πνευματικὰ γυμνάσματα

    Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ συνέγραψε ἀκόμη δύο πνευματικότατα καὶ ἐποικοδομητικότατα βιβλία· τὸν “Ἀόρατον Πόλεμον” καὶ τὰ “Πνευματικὰ Γυμνάσματα”. «Ὁ Ἀόρατος Πόλεμος εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ μεγάλα πνευματικὰ ἔργα τοῦ ὀρθοδόξου κόσμου», ἀναφέρουν σπουδαῖοι Θεολόγοι. Στὸ βιβλίο αὐτὸ μαθαίνουν οἱ ἀθλητὲς τοῦ Χριστοῦ τὶς ποικίλες μεθοδεῖες τοῦ διαβόλου καὶ πῶς νὰ ἀποκτοῦν τὶς ἀρετές, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦν νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν Ἅγιο Τριαδικὸ Θεό. Τὰ “Πνευματικὰ Γυμνάσματα” παρουσιάζουν ὅλο τὸ βάθος τῆς πνευματικότητος τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου. Σύμφωνα μὲ τὴ γνώμη διαφόρων ἑρμηνευτῶν, ἀρκεῖ μόνο τὸ ἔργο αὐτό, γιὰ νὰ θεωρηθεῖ μεγάλος Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας.

1786-1792

Νέα σκάνδαλα ἀλλὰ καὶ νέες δημιουργίες

Μετὰ τὶς ἔξοχες αὐτὲς ἐκδόσεις καὶ ἔχοντας ζήσει ὁ Ἅγιος δέκα χρόνια εἰρηνικῆς, σχετικά, διαβιώσεως στὸ Ὄρος, ἄρχισαν νὰ ἐμφανίζονται «σύννεφα» στὸν ὁρίζοντα, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐκτυπώσεως τοῦ ἔργου του, “Περὶ συνεχοῦς Θείας Μεταλήψεως”. Οἱ ἰδεολογικὰ ἀντίπαλοι τῶν Κολλυβάδων τὸν κατηγοροῦσαν καὶ ὑποστήριζαν, ὅτι τὸ βιβλίο αὐτὸ ἀνέτρεπε τὴν τάξη τῆς Ἐκκλησίας καὶ περιεῖχε αἱρετικὲς θέσεις!

Δυστυχῶς, τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, οἱ περισσότεροι μοναχοὶ κοινωνοῦσαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων τρεῖς ἢ τέσσερις φορὲς τὸ χρόνο καὶ οἱ μετριοπαθέστεροι τὸ λιγότερο ἀνὰ σαράντα ἡμέρες! Γιὰ νὰ μὴν ἐπικρατήσει λοιπὸν ἡ ὀρθοδοξότατη διδασκαλία του Ἱεροῦ Νικοδήμου περὶ συνεχοῦς Θείας Μεταλήψεως, ἐπινόησαν ἀρκετὲς ἀπάνθρωπες καὶ ἀνυπόστατες κατηγορίες, γεμάτες ἀπὸ κακοήθεια.

Εἰκοσιδύο χρόνια ταλαιπωρήθηκε ὁ Ἅγιος, ἕως ὅτου ἡ Ἱερὰ Κοινότητα τὸν ἀνεκήρυξε “ὀρθοδοξότατον καὶ τῶν δογμάτων τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τρόφιμον”, χρόνια γεμάτα ἀπὸ θλίψεις, καταφρόνηση καὶ διωγμούς, ποὺ δὲν στάθηκαν ὅμως ἰκανὰ νὰ κάμψουν τὸ φρόνημά του. Ὡς ἀληθινὸς μαθητὴς τοῦ Κυρίου του, διατηροῦσε τὴν εἰρήνη τῆς ψυχῆς του καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς συκοφάντες ἀδελφούς του καὶ δὲν ὑπέστελλε τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τοῦ ἁγιασμοῦ του καὶ τοῦ φωτισμοῦ τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. 

Ἅπαντα Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ

Τὴν περίοδο αὐτή, ὕστερα ἀπὸ παράκληση τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου καὶ τοῦ Μητροπολίτου Ἡλιουπόλεως Λεοντίου, ἀνέλαβε τὴν ἐτοιμασία τῶν ἀνεκδότων συγγραμμάτων τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Πράγματι, μὲ πολλὴ χαρά, συγκέντρωσε ὅλα τὰ χειρόγραφα ἔργα τοῦ μεγάλου Πατρὸς ἀπὸ τὶς βιβλιοθῆκες τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ ἀπὸ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος, τὰ τακτοποίησε, συνέγραψε προοίμιο καὶ βαθυστόχαστους σχολιασμούς, διαιρῶντας τα σὲ τρεῖς τόμους. Τὰ ἀπέστειλε ἔπειτα στὸ τυπογραφεῖο τῶν ἀδελφῶν Μαρκίδων Πούλιου στὴ Βιέννη, γιὰ νὰ ἐκδοθοῦν. Δυστυχῶς, ἐπειδὴ στὸ τυπογραφεῖο αὐτὸ εἶχαν τυπωθεῖ καὶ οἱ ἐπαναστατικὲς προκηρύξεις τοῦ Ῥῆγα Βελεστινλῆ-Φεῤῥαίου ἢ κατ’ ἄλλους τοῦ Ναπολέοντος, ἡ Αὐστριακὴ Ἀστυνομία κατέστρεψε τὰ χειρόγραφα.

Ἡ ἀπώλεια τοῦ ἔργου αὐτοῦ συγκλόνισε σὲ μεγάλο βαθμὸ τὸν Ἅγιο, διότι ἀγαποῦσε πάρα πολὺ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ καὶ τὸν θεωροῦσε ὡς τὸν ἐκφραστικώτερο Θεολόγο τοῦ Ἡσυχασμοῦ.

Πηδάλιον

    Μετὰ τὸ πέρας καὶ αὐτοῦ τοῦ ἔργου, τοῦ ἀνέθεσαν καὶ ἄλλο, πιὸ πολύπλοκο καὶ ἐπίπονο ἀπὸ τὸ προηγούμενο, “τὸ Πηδάλιον”, τὴ σύναξη δηλαδὴ ὅλων τῶν Ἱερῶν Κανόνων, τὴν ἑρμηνεία τους καὶ τὸν σχολιασμό τους. Μέχρι τὸ ἔτος 1800, ἡ Ἐκκλησία στεροῦνταν ἑνὸς τέτοιου κώδικος. Συνεπῶς, ἦταν ἀπαραίτητη ἡ συγγραφὴ τοῦ ἔργου αὐτοῦ, γιὰ τὴν ὁμαλὴ διακυβέρνηση τοῦ πληρώματός της. Ἀνατέθηκε λοιπὸν στὸν Ὅσιό μας, παρὰ τὴ μικρή του ἡλικία -39 ἐτῶν – καὶ αὐτὸ τὸ μοναδικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο ἔργο καὶ ξεκίνησε μὲ πολὺ ζῆλο καὶ ταπείνωση τὴν συλλογὴ τῶν ἀναγκαίων στοιχείων.

«Ὁ Νικόδημος ἐκατέβη εἰς τὴν καλύβην τοῦ Γερο-Λουκᾶ, διὰ τὸ ἐγγύτερον πρὸς τὴν Μονὴν Παντοκράτορος. Καὶ ὄντως θαῦμα ἦτο νὰ τὸν βλέπῃ τις τὸν εὐλογημένον, ὅπου ἐκάθητο εἰς τὸ σκαμνίον καὶ πέριξ του εἶχε τὰ βιβλία, ἄλλα ἀνοικτὰ καὶ ἄλλα κλεισμένα καὶ μὲ τὸ κονδύλιον εἰς τὴν δεξιὰν ἐθεωροῦσε πότε τὸ ἕνα καὶ πότε τὸ ἄλλο»,  μᾶς σημειώνει ὁ βιογράφος του. Δύο μὲ τρία ἔτη ἐργαζόταν ἀκατάπαυστα, γιὰ νὰ δημιουργήσει αὐτὸ τὸ αἰωνίου κύρους ἔργο του καὶ πραγματικὰ κατέβαλε ὑπερανθρώπους κόπους καὶ ἀγῶνες. Βιβλιογραφίες λεξικῶν καὶ βοηθημάτων δὲν διέθετε, ἀλλὰ διέθετε τὴν ἀπέραντη μνήμη του “ταμεῖον πάσης γνώσεως”!

Καινοτομία θεάρεστη

Πολλὴ ἐντύπωση ὁμοίως, προκάλεσε ἡ γλῶσσα ποὺ χρησιμοποίησε· δημοτική, γιὰ χάρη τῶν ἁπλουστέρων! Ἀπὸ αὐτὸ φαίνεται τὸ εὐρὺ πνεῦμα του καὶ ὁ πόθος ποὺ εἶχε νὰ γίνουν οἱ Ἱεροὶ Κανόνες κτῆμα ὅλων τῶν πιστῶν, ὥστε νὰ ἀποκτήσουν ὑπεύθυνη ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση. Ἀφοῦ ὁλοκλήρωσε τὸ τεράστιο αὐτὸ ἔργο, τὸ ἀνέθεσε στὸν Ἱερομόναχο Ἀγάπιο, διδάσκαλο ἀπὸ τὴν Δημητσάνα Πελοποννήσου, προκειμένου νὰ μεταβεῖ στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ νὰ μεριμνήσει γιὰ τὴν ἔγκρισή του ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο.

Πράγματι, ὁ τελευταῖος πῆγε στὴν Πόλη καὶ παρέμεινε ἐκεῖ ἕνα χρόνο “παρακαλῶντας καὶ παρακινῶντας”, ἀλλὰ δὲν κατόρθωσε κάτι. Γύρισε στὴν Πελοπόννησο καὶ ἔστειλε γράμμα στὸν Ἅγιο Νικόδημο ἐνημερώνοντάς τον γιὰ τὸ Πηδάλιον. Ἐκείνη τὴν περίοδο ἔμαθε καὶ ἀπὸ τὸν κύριο Νάννο Καυταντζόγλου, ἐπειδὴ εἶχε ἐμπορικὲς σχέσεις μὲ τὴ Βιέννη, ὅτι χάθηκαν τὰ συγγράμματα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Λυπήθηκε βαθύτατα καὶ δὲν μποροῦσε νὰ παραμείνει ἄλλο στὸ κελλί του.

1793-1804

Ἡ ἔρημος Καψάλα… μέγας ἄμβων

Ἔκδοση τοῦ Πηδαλίου

Κλαίων καὶ ὀδυρόμενος ξεκίνησε γιὰ τὴ συνοδεία τῶν ἀγαπητῶν του Κολλυβάδων, ὅπου καὶ παρέμεινε δύο μῆνες πρὸς παρηγορία. Κατόπιν, πῆγε στὴν καλύβη τοῦ Ἁγίου Βασιλείου ὡς ὑποτακτικὸς τοῦ Γέροντος Σιλβέστρου. Ἀπὸ ἐκεῖ ἔγραψε στὸν Πατριάρχη, μὲ τὸν ὁποῖο ἦταν συμφοιτητὲς στὴ Σχολή τῆς Σμύρνης, παρακαλῶντας τον γιὰ τὴν ἔγκριση τοῦ Πηδαλίου. Ἐγκρίθηκε σύντομα ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο καὶ ἐνήργησε ὁ Ἅγιος γιὰ τὴν ἔκδοσή του.

Τὸ ἀπέστειλε στὴ Ῥουμανία, ὅπου ἦταν ὁ Ἱερομόναχος Θεοδώρητος, στὸν ὁποῖο ἀνέθεσε τὴν τύπωση τοῦ ἔργου. Δυστυχῶς ὅμως, ὁ Ἱερομόναχος αὐτὸς εἶχε κάποιες πλανεμένες ἀντιλήψεις, καὶ ἐπιβλέποντας τὴν ἔκδοση τοῦ Πηδαλίου, θεώρησε ὅτι βρῆκε τὴν κατάλληλη εὐκαιρία νὰ προβάλει τὶς ἰδέες του αὐτές, ἀχρηστεύοντας ἔτσι τὴν κοπιωδεστάτη ἐργασία τοῦ Ὁσίου. Ὅταν ἀντιλήφθηκε ὁ Ἅγιος τὴν ἀλλοίωση τοῦ ἔργου του, λυπήθηκε τόσο πολὺ γιὰ τὴν ἀνυπολόγιστη ζημιὰ ποὺ προκλήθηκε στὴν Ἐκκλησία, ὥστε ἔλεγε· “Κάλλιον νὰ μὲ ἐκτύπα ὁ Θεοδώρητος εἰς τὴν καρδίαν μὲ τὴν μάχαιραν, παρὰ νὰ προσθέσῃ ἢ νὰ ἀφαιρέσῃ εἰς τὸ βιβλίον μου”. Εὐτυχῶς, ὁ Πατριάρχης ἐντόπισε τὰ παρείσακτα τοῦ Θεοδωρήτου, καὶ πρόσταξε νὰ ἀφαιρεθοῦν ἀπὸ τὸ χρησιμώτατο αὐτὸ ἔργο.

Ἁπλούστατος ἀσκητής

        Στὴν καλύβη αὐτὴ παρέμεινε γιὰ μικρὸ χρονικὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖο συνέγραψε τὴ “Χρηστοήθεια” καὶ διόρθωσε τὰ Ἐγκώμια τοῦ Ἐπιταφίου. Μετὰ ἀνεχώρησε γιὰ τὴν Ἱερὰ Μονὴ Παντοκράτορος, ὅπου καὶ διέμεινε γιὰ ἕνα χρόνο. Ὁ ἔρωτας τῆς ἡσυχίας ὅμως τὸν ὁδήγησε σὲ ἕνα ἐρημικὸ κελλὶ στὴν Καψάλα. Ἦταν τότε 45 ἐτῶν.

Συνέγραφε καὶ δίδασκε συνεχῶς αὐτοὺς ποὺ τὸν συναντοῦσαν καὶ φρόντιζε ἐλάχιστα γιὰ τὶς βιοτικές του ἀνάγκες. Χαρακτηριστικὸ τῆς ἑκουσίας πτωχείας καὶ τῆς λιτότητος μὲ τὴν ὁποία ζοῦσε εἶναι καὶ τὸ ὅτι φοροῦσε, ἀντὶ ὑποδημάτων, τσαρούχια ἀπὸ δέρμα ἀγριοχοίρου, τὰ δὲ ῥοῦχα του ἦταν τόσο παλιά, ποὺ φαίνονταν σὰν κουρέλια. Μάλιστα, ἀναφέρεται καὶ ἕνα σχετικὸ περιστατικό.

Συνάντηση μὲ Ἀρχιερέα

Ἐπισκέφτηκε κάποτε τὴν Ἱερὰ Μονὴ τῶν Ἰβήρων κάποιος Ἱεράρχης, ὁ ὁποῖος εἶχε μεγάλο πόθο νὰ γνωρίσει τὸν Ἅγιο. Παρεκάλεσε, λοιπόν, ἕνα μοναχὸ τῆς Μονῆς, νὰ μεταβεῖ στὸ κελλὶ τοῦ Ὁσίου καὶ νὰ τὸν εἰδοποιήσει ὅτι ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸν δεῖ. Τὴν περίοδο ἐκείνη ὁ Ἅγιος ἦταν ὑποτακτικός. Πῆρε τὴν εὐλογία ἀπὸ τὸν Γέροντα, καὶ μὲ πολλὴ ἀπλότητα, ἀνεχώρησε γιὰ τὴ Μονή, ὅπως ἦταν ντυμένος. Παρουσιάστηκε στὸν Ἱεράρχη, τὸν χαιρέτησε δεόντως καὶ περίμενε συνεσταλμένος καὶ νοερῶς προσευχόμενος, νὰ τοῦ ἀναφέρει τὸν λόγο ποὺ τὸν κάλεσε. Ὁ Δεσπότης τὴν ὥρα ἐκείνη κάτι διάβαζε καὶ δὲν ὑποψιάστηκε καθόλου, ὅτι αὐτὸς ὁ ῥακένδυτος μοναχὸς ἦταν ὁ περιβόητος καὶ σοφὸς ἐρημίτης Νικόδημος. Ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ παρέμεινε ἐπ’ ἀρκετόν, ὑπέθεσε ὅτι κάποιο λάθος συνέβη καὶ ξεκίνησε γιὰ τὴν καλύβη του. Μετὰ ἀπὸ λίγο, κάλεσε πάλι τὸν μοναχὸ ὁ Ἱεράρχης καὶ τὸν ῥώτησε γιατὶ δὲν πῆγε ὁ διδάσκαλος.

        -Δέσποτα, πρὸ ὀλίγου ἐνεφανίσθη ἐνώπιόν σας, εἶπε διαμαρτυρόμενος ὁ μοναχός.

        -Αὐτὸς ἦτο λοιπόν; Φωνάξατέ τον γρήγορα, διέταξε ὁ Δεσπότης.

        Πῆγε ὁ μοναχὸς στὸ κελλὶ τοῦ Ἁγίου, ἀλλὰ μάταια παρακαλοῦσε τὸν Γέροντα τοῦ Ὁσίου, νὰ τὸν ἀφήσει.

        – Ἐφ’ ὅσον ἐνόμισεν ὁ Ἀρχιερεὺς ὅτι ἦσαν κατώτερα ἑνὸς ἐρημίτου σοφοῦ καὶ ὁσίου τὰ πεπαλαιωμένα ἐνδύματα τοῦ πνευματικοῦ μου τέκνου, ἀπέδειξεν ὅτι δὲν ἦτο ἄξιος νὰ ἴδῃ τὸν Νικόδημον, εἶπε ὁ Γέροντας, καὶ ὁ μοναχὸς ἀνεχώρησε μὲ ἀπορία…!

Ἀκριβής νηστευτής

        Συντηροῦσε τὸ σῶμα του μὲ ἐλάχιστη τροφή. «Ἡ ζωοτροφία του ποτὲ μὲν ὀρύζιον νερόβραστον, ποτὲ δὲ νερόμελον· τὸν δὲ περισσότερον καιρὸν ἐλαίας καὶ μουσκεμένα κουκία ἦτο τὸ προσφάγιόν του…  ἔτρωγε ὡσὰν νηστικὸς ὅπου ἦτο· εἰ δὲ καὶ ἐρωτούσαμεν τίποτε, ἤρχιζε νὰ λέγῃ, καὶ ἀπὸ τὸ λέγειν λησμονοῦσε τὴν πεῖναν, ὥστε πολλὰς φορὰς τὸν ἐπρόσταζεν ὁ Γέροντάς μας Δαμασκηνός, νὰ σιωπήσῃ διὰ νὰ φάγῃ», σημειώνει ὁ βιογράφος του, γιὰ νὰ δείξει τὶς στερήσεις, ὑπὸ τὶς ὁποῖες ζοῦσε, ἀλλὰ καὶ τὸν πόθο του περὶ τὰ πνευματικά.

Ἕνα πρωινό, σύμφωνα μὲ τὴν Ἁγιορείτικη παράδοση, πέρασε κάποιος ἐρημίτης ἀπὸ τὴν καλύβη του καὶ τοῦ ἔφερε ἕνα φρέσκο ψωμί. Ἀπὸ ἀγάπη ὁ Ἱερός Νικόδημος τὸ δέχθηκε, ἔκοψε λίγο καὶ τὸ ἔβαλε στὸ στόμα του. Τὸ ἀπόγευμα, ποὺ ἐπέστρεψε ὁ μοναχός, τὸ μὲν καρβέλι τὸ βρῆκε ἄθικτο, τὴ δὲ μπουκιὰ ἀμάσητη στὸ στόμα τοῦ Ἁγίου! Ἦταν τόσο ἀποῤῥοφημένος στὴ Θεία Θεωρία!

Ἡ πιὸ γόνιμη συγγραφικὴ περίοδος

Ἡ περίοδος αὐτὴ ὑπῆρξε ἴσως ἡ πιὸ γόνιμη ἀπὸ συγγραφικῆς ἀπόψεως. Διόρθωσε τὸ “Εὐχολόγιον”, ἔγραψε τὸ δεύτερο “Ἐξομολογητάριον»”, ἑρμήνευσε τὶς δεκατέσσερις (14) Ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τὶς ἑπτά (7) Καθολικὲς Ἑπιστολὲς τῶν Ἀποστόλων Πέτρου, Ἰακώβου, Ἰωάννου καὶ Ἰούδα, τὸ Ψαλτήριον τοῦ Εὐθυμίου Ζυγαβηνοῦ, τὴν Στιχολογία τῶν ἐννέα (9) Βιβλικῶν ᾨδῶν, τὴν ὁποία ὀνόμασε “Κῆπον Χαρίτων”, τὸ “Νέον Ἐκλόγιον”, τὴν “Ψυχωφελεστάτην Βίβλον” τῶν Ἀββάδων Βαρσανουφίου καὶ Ἰωάννου καί τὸ “Νέον Μαρτυρολόγιον”.

Νέον Μαρτυρολόγιον

Σὲ αὐτὸ τὸ τελευταῖο συγκέντρωσε ὀγδόντα πέντε (85) βιογραφίες γνωστῶν καὶ μὴ Νεομαρτύρων, δηλαδὴ Χριστιανῶν ποὺ μαρτύρησαν κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας. Ἤθελε νὰ τὶς παρουσιάσει στοὺς Χριστιανοὺς ὡς ζωντανὰ καὶ σύγχρονα παραδείγματα ἐμμονῆς στὴν Ὀρθόδοξο Πίστη. Ἔγραψε στὸν πρόλογο τοῦ “Νέου Μαρτυρολογίου” ὁ Ἅγιος. «Μὴ σᾶς φοβίσουν, ἀδελφοί, τὰ ἄγρια πρόσωπα τῶν τυράννων, οὔτε τὸ πλῆθος αὐτῶν, οὔτε οἱ φωνές τους, οὔτε οἱ φοβέρες τους. Μὴ σᾶς φοβίσουν οἱ πληγές, οἱ σπαθιές, οἱ ἁλυσίδες, οἱ φυλακές… Ὅθεν καὶ ὁ Κύριος σᾶς παραθαῤῥύνει λέγων. “Μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτενόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι”. Κατὰ τὴν ἀλήθειαν ἕνα οὐδὲν λογίζεται τὸ νὰ θυσιάσῃ τινὰς ὄχι μίαν ἢ δύο ἢ τρεῖς ἀλλὰ χιλίας ζωάς, μόνον νὰ κερδίσῃ μίαν τοιαύτην θεοπρεπῆ ἀξίαν καὶ δόξαν».

Φῶς γιὰ τὸ σκλαβωμένο Ἔθνος

Ἀναδεικνύεται ἀπὸ αὐτὸ τὸ συγγραφικό του ἔργο ἕνας πλατὺς καὶ φωτισμένος νοῦς, ποὺ δὲν τὸν ἀπασχολεῖ μόνον ἡ σωτηρία τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀλλὰ ἐνδιαφέρεται καὶ γιὰ τὴν σκλαβωμένη πατρίδα του καὶ τοὺς Χριστιανοὺς ἀδελφούς του. «Σᾶς πληροφοροῦμεν, ἀδελφοί, ὅτι δι᾿ ἄλλο τέλος δὲν σᾶς παιδεύουν μὲ τὰ βαρέα δοσίματα καὶ μὲ τὰ ἄλλα κακά, πάρεξ διὰ νὰ βαρεθῆτε, νὰ χάσετε τὴν ὑπομονὴν σας καὶ ἔτζι νὰ ἀρνηθῆτε τὴν πίστιν σας καὶ νὰ δεχθῆτε τὴν ἐδικήν των θρησκείαν. Ὅθεν καὶ ἐσεῖς τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἠξεύροντας, φυλαχθῆτε, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί μου, φυλαχθῆτε διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ψυχῶν σας, νὰ μὴν σᾶς κλέψουν τὸν θησαυρὸν τῆς ἁγίας σας πίστεως, τῆς ὁποίας ὅλος ὁ κόσμος μὲ ὅλας του τὰς δόξας καὶ ἀναπαύσεις καὶ τὰ βασίλεια δὲν εἶναι ἀντάξιος».

 Προσπαθοῦσε μὲ κάθε τρόπο νὰ περιφρουρήσει τοὺς Ἑλληνορθοδόξους ἀδελφούς του ἀπὸ τὸν ἐναγῆ καὶ ψυχώλεθρο Μωαμεθανισμὸ καὶ παρακαλοῦσε τοὺς Ἁγίους Νεομάρτυρες τῆς Πίστεως νὰ ἐνισχύουν τὸ Γένος μας.

Δέηση ὑπὲρ τοῦ λαοῦ του

Οἱ προσευχὲς καὶ τὸ ἔργο του δὲν ἔμειναν χωρὶς καρπούς. Ἐκείνη τὴν περίοδο βρισκόταν ἐξόριστος στὸ Ἅγιον Ὄρος ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ε´, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καὶ μάλιστα μόναζε κοντὰ στὸ κελλί, ὅπου διέμενε ὁ Ὅσιος Νικόδημος. Στὸν ἐξόριστο Πατριάρχη κατέφευγε πλῆθος μετανοημένων, ποὺ εἶχαν ἀρνηθεῖ τὴν πίστη τους. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, σημαντικὴ πνευματικὴ φυσιογνωμία, ἀφοῦ τοὺς συμβούλευε γιὰ λίγο, τοὺς προωθοῦσε στὸν ξακουστὸ καὶ ἀπαράμιλλο διδάσκαλο Νικόδημο, γιὰ νὰ τοὺς παραμυθήσει καὶ νὰ τοὺς ἐντάξει καὶ πάλι στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Κωνσταντίνος ὁ Ὑδραῖος, ἐπὶ παραδείγματι, δέχθηκε ἀπὸ τὸν ὀστεώδη ῥακένδυτο Γέροντα τὴν κατήχηση, ἐμψυχώθηκε καὶ βάδισε θαῤῥαλέος πρὸς τὸ μαρτύριο. Στὸ “Νέο Μαρτυρολόγιο” καταθέτει ὁ Ἱερὸς Νικόδημος τὸ μαρτύριό του, χωρὶς νὰ ἀναφέρει κάτι γιὰ τὴν συνομιλία τους.

Ἀγωνιζόταν, παρὰ τὴν ἀδυναμία τοῦ σώματός του, γιὰ τὴν ψυχὴ ὅλων τῶν ἀδελφῶν του, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ δική του. Ἡ σοφία καὶ ἡ πειθὼ τῶν λόγων του, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν ἠθικὴ ἀκτινοβολία του, σαγήνευσαν πολλούς, ἀκόμα καὶ ἀλλοδόξους καὶ αἱρετικούς.

Συνάντηση μὲ Καθολικούς

Κάποτε μάλιστα, κλήθηκε ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, γιὰ νὰ συζητήσει δογματικὰ ζητήματα μὲ παπικούς, ποὺ κατέφθασαν γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ στὸν Ἄθωνα. Ἐμφανίστηκε, ὅπως πάντοτε, ὁ διδάσκαλος ῥακένδυτος καὶ τσαρουχοφόρος, ὥστε οἱ παπικοὶ νὰ διαμαρτυρηθοῦν γιὰ τὴν προσβολὴ ἀπὸ μέρους τῆς Κοινότητος. Μετὰ ἀπὸ ἐξηγήσεις ποὺ τοὺς δόθηκαν, ἄρχισε ἡ συζήτηση. Κάθε λέξη τοῦ Ἁγίου ἀποτελοῦσε καίριο πλῆγμα στὶς παπικὲς δοξασίες, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀποστομωθοῦν πλήρως οἱ ῥωμαιοκαθολικοί. Αἰσθάνθηκαν τὴν ἧττα τους, σηκώθηκαν νὰ φύγουν καὶ ῥώτησαν τὴν παρισταμένη Ἱερὰ Κοινότητα·  “Ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι εἰς τὸν Ἄθω ὅμοιοι μὲ τὸν συνομιλητήν μας;”. Πρόλαβε καὶ ἔδωσε ἀπάντηση “τὸ ἔκτρωμα”, ὅπως ἀποκαλοῦσε πάντοτε τὸν ἑαυτό του ὁ Ἁγιος· “Εἶναι πλῆθος, καὶ ἐγὼ εἶμαι ὁ τελευταῖος”

1805-1809

Στὸ κελλί τῶν Σκουρταίων 

Οἱ σκληροὶ ἀγῶνες του, ἡ διαρκὴς νηστεία καὶ ἡ συνεχὴς ἀπασχόλησή του μὲ τὴ μελέτη καὶ τὴ συγγραφὴ λύγισαν πρόωρα τὸν χαλκέντερο Ὅσιο, τὸν ἔκαμψαν σωματικά, κλόνισαν σοβαρὰ τὴν ὑγεία του. Συναισθάνθηκε τὴν ἀδυναμία του, τὴν ἀνάγκη νὰ τὸν φροντίζουν καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐγκαταστάθηκε στὶς Καρυές, στὸ κελλὶ τῶν Σκουρταίων, Κολλυβάδων ἀδελφῶν του, ποὺ μὲ ἀνυπόκριτη ἀγάπη τὸν ὑποδέχθηκαν καὶ φρόντισαν γιὰ τὴν ἰκανοποίηση τῶν ἀναγκῶν του.

Δύο ὁλόκληρα χρόνια ἐργάσθηκε, γιὰ νὰ διορθώσει μὲ ἐργατικότητα καὶ ἐπιμονὴ ποὺ καταπλήσσουν, τὸν Συναξαριστὴ τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἔτους. Συμπλήρωσε βίους Ἁγίων, ἀφῄρεσε τὰ περιττὰ στοιχεῖα, συνέθεσε σὲ κάθε Ἅγιο ἰαμβικοὺς καὶ ἡρωικούς στίχους, κατέγραψε τὶς ἀπαραίτητες ὑποσημειώσεις καὶ κατέθεσε τὸν χρησιμότατο τοπολογικὸ πίνακα. Στὸ ὑπέροχο Προοίμιό του ἀναφέρει· “Οὖτος, ὁ Συναξαριστής, πολύφωτός ἐστιν Οὐρανός, ὁ ὁποῖος ὡς μέγαν μὲν Φωστῆρα καὶ λαμπρότατον Ἥλιον, ἔχει τὸν Δεσπότην Χριστόν, ὡς Σελήνην δὲ ἀργυροειδῆ καὶ πλησιφαῆ, ἔχει τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον· ὡς Ἀστέρας δὲ ἀπλανεῖς καὶ ἀνεκλείπτους, περιέχει ὅλους τοὺς χοροὺς τῶν Ἁγίων Ἁπάντων. Ὄθεν φωτίζει, θερμαίνει, ζωοποιεῖ καὶ διεγείρει πρὸς γονιμότητα τῶν ἀρετῶν ὅλην τὴν ὑφήλιον Κτίσιν…”.

Τελευταῖα συγγράμματα

Ὅσο αἰσθανόταν ὅμως τὶς σωματικές του δυνάμεις νὰ τὸν ἐγκαταλείπουν, τόσο τὸν ἐνοχλοῦσε ἡ θαλπωρὴ καὶ ἀγάπη, ποὺ τοῦ προσέφεραν οἱ Σκουρταῖοι καὶ αὐτὸ τὸν ὁδήγησε, ἀπὸ λεπτότητα, στὸ κελλί του στὴν Καψάλα, γιὰ νὰ μὴν τοὺς ἐπιβαρύνει. Ἐκεῖ θὰ τὸν φρόντιζε ἕνας μοναχὸς γείτονάς του.

Παρ’ ὅλες ὅμως τὶς κακουχίες, διέθετε τὴν ψυχικὴ δύναμη καὶ τὴν πνευματικὴ διαύγεια νὰ συγγράψει τὸ ὀγκῶδες “Ἑορτοδρόμιον” καὶ τὴ “Νέαν Κλίμακα”, ποὺ καταδεικνύουν πόσο ἀπαράμιλλος θεολογικὸς νοῦς ὑπῆρξε. Στὸ “Ἑορτοδρόμιον” κατέγραψε τὶς ἑρμηνεῖες τῶν ᾈσματικῶν Κανόνων τῶν Δεσποτικῶν καὶ Θεομητορικῶν Ἑορτῶν. Στὴ “Νέαν Κλίμακα” παρέλαβε τοὺς ἑβδομήντα πέντε (75) Ἀναβαθμοὺς τῆς Ὀκτωήχου-Παρακλητικῆς καὶ τοὺς ἀνέλυσε μὲ καταπληκτικὴ θεολογικὴ δεινότητα. «Ἄν εἰς τὸ “Ἑορτοδρόμιον” διαπιστώνῃ ὁ ἀναγνώστης τὴν πολυποίκιλον σοφίαν τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου, εἰς τὴν “Νέαν Κλίμακα” εὑρίσκεται πρὸ ἀληθοῦς πελάγους ὅλων ἐκείνων τῶν μερισμῶν καὶ χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τὴν πληρεστέραν καὶ ὑψηλοτέραν ἐκδοχήν των», σημειώνει ὁ λόγιος βιογράφος του, πατὴρ Θεόκλητος Διονυσιάτης.

“Ἐπλήθυνεν ἡ ἀσθένειά του”

Ἅν καὶ διήνυε τὰ τελευταῖα δὺο ἔτη τῆς ζωῆς του καὶ ὁ ὀργανισμός του εἶχε ἐξασθενήσει, συνέχιζε μὲ ζῆλο τὸ ἀνεπανάληπτο ἔργο του. Ἀναφέρει ὁ πατήρ Εὐθύμιος· “Ὅταν ἤρχισε νὰ καυχᾶται τὸ πτωχὸν Γένος μας καὶ νὰ δοξάζῃ τὸν Θεὸν ὁποῦ τοῦ ἐχάρισε τοιοῦτον ἀπλανῆ φωστῆρα εἰς τοσοῦτον δυστυχισμένον καιρόν, ὅπου ἐξάπλωσεν ἡ ἀθεΐα καὶ ἡ ἀνευλάβεια εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ μέρη τῆς γῆς, τοιοῦτον ὁδηγὸν τῶν πλανωμένων καὶ παραμυθίαν τῶν θλιβομένων… ἐπλήθυνεν ἡ ἀσθένειά του”. 

Ἐπὶ τρεῖς μῆνες ἡ κατάστασή του χειροτέρευε συνεχῶς, οἱ δυνάμεις του τὸν ἐγκατέλειπαν, ἄρχισε νὰ μὴν ἀκούει, νὰ μὴν μπορεῖ νὰ βαδίζει καὶ νὰ ὁμιλεῖ ἄνετα. Μὲ χαρὰ ὅμως, ἔβλεπε νὰ πλησιάζει τὸ τέλος του καὶ μὲ μεγαλύτερη συνέχιζε τὸ ἔργο τοῦ Κυρίου του. Γράφει ὁ ἴδιος στὴν ἐξήγηση τοῦ Κανόνος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου: «Τὸ λέγω καὶ ἔσωθεν σκιρτᾷ ἡ καρδία μου, ἀγαλλιᾶται τὸ πνεῦμα μου καὶ εὐφραίνεται ἡ ψυχή μου»!

Ἐσχάτη θλίψη

Τὴν περίοδο ἐκείνη, παρ’ ὅλη τὴν σωματική του ἐξάντληση, προστέθηκε καὶ ἡ θλίψη ἀπὸ τὴν Συνοδικὴ ἀπόφαση τοῦ Πατριαρχείου, ὅτι τὰ μνημόσυνα τῶν κεκοιμημένων ἐπιτρέπεται νὰ τελοῦνται καὶ τὰ Σάββατα καὶ τὶς Κυριακές, καθὼς καὶ τὶς ὑπόλοιπες ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος. Τὸτε ἦταν που ἀπέκαμε ἐντελῶς ὁ Ἅγιος. Ἡ κατακραυγὴ καὶ οἱ συκοφαντικὲς ἐπιθέσεις ἐναντίον του ἀπὸ τοὺς ἰδεολογικοὺς ἀντιπάλους τῶν Κολλυβάδων δὲν εἶχαν σταματήσει ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα.

Μετὰ τὴν ἀπόφαση αὐτὴ τοῦ Πατριαρχείου ὅμως, ἐντάθηκαν, σὲ σημεῖο ποὺ ὑποχρέωσαν τὴν Ἱερὰ Κοινότητα νὰ ἀσχοληθεῖ ξανὰ μὲ τὴν ὑπόθεση τοῦ ὁσίου Γέροντος καὶ νὰ τὸν προστατεύσει μὲ ἐπιστολή της πρὸς ὅλους τοὺς Ἁγιορεῖτες μοναχούς. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος, γιὰ νὰ στηρίξει τὴν πίστη του καὶ τὸ κῦρος τῶν ἱερῶν παραδόσεων καὶ νὰ βοηθήσει τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ βρίσκονταν σὲ πλάνη, ἀπάντησε σὲ μερικὲς συκοφαντίες μὲ ἀξιοπρέπεια καὶ ἡρεμία. Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ ὀνομάστηκε «Ὁμολογία Πίστεως» καὶ ἀποτελεῖ τὸ τελευταῖο ἔργο τοῦ Μεγάλου Πατρός.

Ὁμολογία Πίστεως – Τὸ κύκνειον ᾆσμα τοῦ Ὁσίου

Γράφει, μὲ καρδιὰ γεμάτη πικρία, στὴν ἀρχὴ τοῦ βιβλίου: «Δεινὸν πρᾶγμα εἶναι ὁ φθόνος, ἀγαπητοί, καὶ ἀνήσυχον, πάντοτε κινούμενον καὶ οὐδέποτε παῦον ἀπὸ τὸ νὰ ἐνεργῇ τὸ φυσικόν του ἰδίωμα· τοῦτο δὲ εἶναι τὸ νὰ προσάπτῃ μῶμον τοῖς ἀμωμήτοις, νὰ κατηγορῇ τοὺς ἀκατηγορήτους καὶ αὐτοὺς τοὺς εὐσεβεστάτους καὶ ὀρθοδοξοτάτους, νὰ διαβάλλῃ ὡς κακοδόξους καὶ δυσσεβεῖς.… ἂν ἴσως οἱ τοιοῦτοι καὶ τηλικοῦτοι τῆς Ἐκκλησίας Ἅγιοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ λυτρωθοῦν ἀπὸ τὸν φθόνον καὶ τὰς διαβολάς, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ μείνωμεν τούτων ἀνώτεροι ἡμεῖς, οἱ μηδὲ τῶν ἐκείνων ποδῶν ὄντες ἄξιοι;

Εἶναι δὲ καὶ μερικοί, οἵτινες χωρὶς νὰ ἠξεύρουν ὅλως τί θέλει νὰ εἰπῇ Κολλυβᾶς καὶ χωρὶς νὰ καταλαμβάνουν τὸ αἴτιον διὰ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς κατηγορούμεθα καὶ δυσφημιζόμεθα, μόνον διατὶ ἀκούουν νὰ λέγουν ἡμᾶς ἄλλοι, Κολλυβάδας, καὶ αἱρετικοὺς καὶ κακοδόξους, καὶ ἄλλα παρόμοια δύσφημα, εὐθὺς ἀκολουθοῦν καὶ αὐτοὶ τὰς ἰδίας δυσφημίας· ὅθεν παρομοιάζουν μὲ ἐκείνους τοὺς ἀνοήτους Ἀθηναίους, οἵτινες, ἄγροικοι ὄντες, ἐκατηγόρησαν τὸν δίκαιον Ἀριστείδην καὶ ἔγραψαν κατ’ αὐτοῦ εἰς ὄστρακον, ὅτι εἶναι ἄξιος νὰ ἐξοστρακισθῇ καὶ νὰ ἐξορισθῇ ἀπὸ τὰς Ἀθήνας· καὶ μὲ ὅλον ὁποῦ δὲν ἤξευρον αὐτὸν ὅλως πρότερον, ἤκουον δὲ μόνον ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ὅτι εἶναι ἄξιος ἐξοστρακισμοῦ καὶ ἐξορίας…· καὶ παρατρέχομεν διὰ τὸ δύσφημον τὴν εἰς τὰ τοιαῦτα ἁρμόζουσαν δημώδη καὶ χυδαϊκὴν ἐκείνην παροιμίαν τὴν λέγουσαν· “βαύζοντος ἑνός, αὐτίκα βαύζει καὶ ἕτερος κύων”».

Γνήσιος Μαθητὴς τοῦ Κυρίου

Κλείνοντας τὴν Ἀπολογία του σημειώνει:

« Ἀφίνοντες, λοιπόν, ἀδελφοὶ καὶ Πατέρες, εἰς ἕνα μέρος τὸ μῖσος καὶ τὸν φθόνον καὶ τὰς κατά τῶν ἀδελφῶν δυσφημίας, ἄς ἀναλάβωμεν τὸ σημεῖον καὶ γνώρισμα τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἀγάπην, καὶ τὴν πρὸς ἀλλήλους εἰρήνην καὶ ὁμόνοιαν καὶ συμψυχίαν ἐναγκαλισώμεθα, καὶ οὕτως ἄς προσφέρωμεν ἐν εἰρήνῃ τὰς εὐχάς μας τῷ εἰρηνάρχῃ Θεῷ, τῷ εἰρηνοποιήσαντι ἡμᾶς διὰ τοῦ Αἵματος τοῦ Σταυροῦ Αὐτοῦ, καὶ εἰρήνην δόντι τοῖς μακρὰν καὶ τοῖς ἐγγύς, κατὰ τὸν Ἀπόστολον· δοξάζοντες ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ τὸ Πανάγιον Ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς Μιᾶς ἐν Τριάδι Θεότητος· ᾗ πρέπει πᾶσα δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

Μὲ τόση στοργὴ καὶ καλωσύνη ἀπευθύνθηκε ὁ Ὅσιος πρὸς τοὺς συκοφάντες του. Τοὺς συγχώρησε ἐκ βάθους καρδίας καὶ τοὺς προσκάλεσε μὲ πόνο καὶ πόθο ψυχῆς πρὸς τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας.

Τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του

Ἀφοῦ ἐκπλήρωσε καὶ αὐτὸ τὸ ὕστατο χρέος πρὸς τοὺς Χριστιανούς, αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκη νὰ σταματήσει τὸ ἔργο του. Ἤδη εἶχε περάσει τὰ ὅριά του.

Στὶς 23 Ἀπριλίου ἀνέβηκε στὸ κελλὶ τῶν ἀγαπημένων του Σκουρταίων, γιὰ νὰ συνεορτάσουν τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Μετὰ τὴν ἑορτή, γύρισε στὸ καλύβι του, ἀλλὰ ἐπιδεινώθηκε ἡ ὑγεία του. Γι’ αὐτό, πῆγε στὸν παραδελφό του, πατέρα Εὐθύμιο, γιὰ νὰ τὸν συμβουλευτεῖ, τί πρέπει νὰ κάνει. Ἀποφάσισαν νὰ πάει στὸ Κοινόβιο τῆς Σκιάθου, ἀλλά περνῶντας νὰ χαιρετήσει τοὺς Σκουρταίους, δὲν τὸν ἄφησαν καὶ τὸν κράτησαν στὸ κελλί τους, γιὰ νὰ τὸν περιθάλψουν. Εἶχε «βαρύνει» πολὺ καὶ ἔλεγε: «Πάρε με Θεέ μου, ὅτι ἐβαρέθηκα τοῦτον τὸν κόσμον!».

Προετοιμασία γιὰ τὸ “μεγάλο ταξίδι”

Προαισθανόμενος τὸ τέλος του, ζήτησε καὶ τέλεσαν ὅλα τὰ ἀπαραίτητα χριστιανικὰ του καθήκοντα. Ἔκανε γενικὴ ἐξομολόγηση, τέλεσαν Εὐχέλαιο, κοινωνοῦσε καθημερινὰ σχεδὸν τὶς τελευταῖες ἡμέρες καὶ προσπαθοῦσε μὲ δυσκολία νὰ ἐπαναλαμβάνει τὴν εὐχὴ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ Θεοῦ, ἐλέησόν με». Ζήτησε καὶ τὰ ἅγια λείψανα τῶν συναγωνιστῶν καὶ φίλων του Ἁγίων Πατέρων, Μακαρίου τοῦ Νοταρᾶ καὶ Παρθενίου, τοῦ Γέροντος τῶν Σκουρταίων, καὶ «ἀγκαλισάμενος αὐτά, κατεφίλει δακρυῤῥοῶν καὶ λέγων: διὰ τί Ἅγιοι Πατέρες μὲ ἀφήσατε ὀρφανόν; Σεῖς ἤλθατε αὐτοῦ καὶ ἀναπαύεσθε διὰ τὰς ἀρετάς, ὅπου ἐκατωρθώσατε εἰς τὴν γῆν καὶ ἤδη κατατρυφᾶτε τῆς δόξης τοῦ Κυρίου μας καὶ ἐγὼ πάσχω ἐξ ἁμαρτιῶν μου».

Τὸ μακάριο τέλος του

Τὴ νύκτα τῆς 13ης πρὸς τὴν 14η Ἰουλίου βρισκόταν στὸ κελλί του πλῆθος μοναχῶν, προσευχομένων καὶ θλιβομένων, γιὰ τὴν στέρηση τέτοιου διδασκάλου καὶ ἀπλανοῦς ὁδηγοῦ. « Τῇ δὲ ἕκτῃ ὥρᾳ τῆς νυκτός εἰς ἐρώτησιν τῶν ἀδελφῶν, πῶς ἔχεις Διδάσκαλε;, ἀποκρίθηκε μὲ σβησμένη φωνή: «Ἀποθνήσκω, ἀποθνήσκω, ἀποθνήσκω. Ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ μεταλάβετέ με!». Καὶ οὕτως εὐτρεπισθεὶς μετέλαβε τοῦ Σώματος καὶ Αἵματος τοῦ Κυρίου. Καὶ μετ’ ὀλίγην ὥραν εὗρον αὐτὸν ἔχοντα τὰς χεῖρας ἐσταυρωμένας καὶ τοὺς πόδας ἠπλωμένους. Διδάσκαλε, τὸν ἠρώτησαν, τὶ κάμνεις;  Ὁ δὲ ἀπεκρίθη, τὸν Χριστόν ἔβαλα μέσα μου καὶ πῶς νὰ μὴν ἡσυχάσω;…».

14 Ἰουλίου 1809

Καὶ ἔτσι τὴν 14η Ἰουλίου τοῦ 1809 «ἀνατέλλοντος τοῦ αἰσθητοῦ ἡλίου εἰς τὴν γῆν, ἐβασίλευσεν ὁ νοητὸς ἥλιος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ». Ὁλόκληρο τὸ Ἅγιον Ὄρος πένθησε καὶ θρήνησε, γιατὶ αἰσθάνθηκε ὀρφανεμένο. Ἕνας ἁπλὸς τάφος ἔξω ἀπὸ τὸ κελλὶ τῶν ἀγαπημένων του ἀδελφῶν Σκουρταίων δέχθηκε τὸ ταλαιπωρημένο σῶμα του, μετά ἀπὸ ἑξήντα χρόνια ἐπίγειας παρουσίας.

Ἔκτοτε ἀπὸ τὸν Οὐρανὸ κοντὰ στὸ Θεό, ποὺ ἀγάπησε καὶ ὑπηρέτησε, δυσωπεῖ γιὰ τὸ Γένος του. Ἔκτοτε ἡ ἀποταμιευμένη στὰ ἔργα του σοφία ὁδηγεῖ, φωτίζει, στηρίζει καὶ κατευθύνει τὸν Ἑλληνορθόδοξο κόσμο πρὸς τὴν Βασιλεία τοῦ Πατρός καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ, ᾯ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

 

 

 

 

Κατηγορίες